Τα εξαιρετικά υπόσκαφα κτίσματα της Σαντορίνης

Η Σαντορίνη φημίζεται για την ιδιαιτερότητα της αρχιτεκτονικής των οικισμών της. Το ηφαιστειογενές και βραχώδες νησί έχει προκαλέσει τον θαυμασμό παγκόσμια για το φυσικό του περιβάλλον, για τα τοπικά του προϊόντα αλλά και τα οινοποιεία του.

Καθώς μπαίνει το καράβι στην καλντέρα, ξεχωρίζουν από μακριά οι θόλοι και οι φόρμες των λευκών σπιτιών σαν ένα συμπαγές σύνολο. Ανεβαίνοντας από το λιμάνι, ο επισκέπτης παρατηρεί ξεκάθαρα ότι τα κατάλευκα αυτά σπίτια έχουν μια πολυπλοκότητα που μοιάζει περισσότερο με γλυπτική. Η ιδιαιτερότητα της μορφολογίας του εδάφους ακολουθείται με σεβασμό από τους τεχνίτες, καθώς όλα είναι μελετημένα. Το λευκό χρώμα τονίζει την αρχοντική απλότητα του νησιού, ενώ οι θόλοι των σπιτιών προστατεύουν από την ζέστη το καλοκαίρι και το κρύο τον χειμώνα.

Στο νησί οι πρώτοι οικισμοί, περισσότερο από 3000 χρόνια πριν, είχαν ακριβώς την ίδια αρχιτεκτονική που ακόμα και σήμερα διατηρούν. Τα περισσότερα χωριουδάκια όπως η Οία, η Φοινικιά, ο Πύργος, o Βόθωνας και ο Καρτεράδος είναι κατασκευασμένα με υπόσκαφη δομή. Τα υπόσκαφα σπίτια δεν έχουν θεμέλια, αφού το υπέδαφος του νησιού είναι από ηφαιστειακή άσπα, δηλ. υλικό φτιαγμένο από στρώματα ηφαιστειακών υλικών, τέφρα, λάβα, ελαφρόπετρα και σκουριά.

Τα σπίτια αυτά, ακολουθώντας την μορφολογία του εδάφους, σκαλεύονταν από έξω προς τα μέσα, ενώ η έλλειψη ξυλείας στο νησί είχε ως τελικό αποτέλεσμα την δημιουργία των θολωτών στεγών φτιαγμένων από ελαφρόπετρα. Υπάρχουν διάφορες μορφές θόλων όπως οι κυλινδρικοί, σφαιροειδείς και σκαφοειδείς. Οι τελευταίοι χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο σε νεότερες κατασκευές. Ο εσωτερικός χώρος ήταν λιτός και είχε όσα δωμάτια ήταν απαραίτητα. Πρώτα υπήρχε το σαλόνι, δίπλα η κουζίνα, και πίσω από το σαλόνι τα υπνοδωμάτια. Η φιλοσοφία των ντόπιων της εποχής σε πολλά χωριουδάκια ήταν πως «Σπίτι όσο χωρείς, κάμπο όσο θωρείς». Πολλά από αυτά είχαν δίπλα το οινοποιείο ή κάναβα, δηλαδή την κάβα και όλα τα υλικά που χρειάζονταν για να φτιάξουν αλλά και να φυλάξουν το κρασί το οποίο ήταν και αυτό σε υπόσκαφη μορφή.

Τα παράθυρα τον σπιτιών ήταν φτιαγμένα από κοκκινόπετρα, ενώ η μαυρόπετρα κυριαρχούσε στις νησιώτικες αυλές αφού είναι άφθονη σε ολόκληρο το νησί. Τα υλικά αυτά δημιουργούσαν την καλύτερη μόνωση. Η διακόσμηση των σπιτιών εξωτερικά ήταν από τα ίδια τα υλικά και λαξευμένα σύμφωνα με το προσωπικό γούστο ή την τοπική παράδοση.

Χρησιμοποιούσαν τον ασβέστη, το θαλασσινό και το βρόχινο νερό που αποθήκευαν σε δεξαμενές και ήταν τα κύρια υλικά για την κατασκευή των σπιτιών, σε συνδυασμό με την πέτρα και την άμμο.

Την άμμο την χρησιμοποιούσαν για το δάπεδο, αφού έτσι γινόταν και πιο ανθεκτικό και σκληρό. Παλαιότερα οι πλουσιότεροι κάτοικοι δεν ζούσαν σε υπόσκαφα σπίτια, αλλά σε σπίτια με Νεοκλασική επιρροή.

Όμως από το 1956, όταν καταστράφηκε από τον σεισμό η Οία, παρατήρησαν ότι τα υπόσκαφα σπίτια ήταν τα μόνα που διεσώθησαν από τον σεισμό. Έτσι λοιπόν οι αρχιτέκτονες ακολούθησαν την μορφολογία του εδάφους και επέβαλαν καινούργιους νόμους για την κατασκευή των σπιτιών με τα υπόσκαφα σπίτια ως πρότυπο.

Τα σπίτια αυτά είναι τα πιο κατάλληλα για να μείνει κανείς, αφού η μόνωση τον σπιτιών είναι καλύτερη για την κάθε εποχή και είναι φτιαγμένα αποκλειστικά από τα υλικά που διαθέτει η γη της Σαντορίνης.

Η σπάνια αρχιτεκτονική της Μυκόνου

Οι οικισμοί στο νησί της Μύκονου, στα χωριά και στην πόλη της, έχουν την δική τους παράδοση και την δική τους αρχιτεκτονική. Η Μύκονος είναι ένα κυκλαδίτικο νησί που μπορεί κάποιος να το έχει ως παράδειγμα μιας καλοδιατηρημένης νησιωτικής κυκλαδίτικης πρωτεύουσας.

Οι ντόπιοι πάντα κατασκεύαζαν το σπίτι τους με χώρους λιτούς κι εύχρηστους για εκείνους, αφού υπολόγιζαν μέσα στην περιουσία τους να έχουν χώρο και για κατοικίες που θα φιλοξενούσαν τα ζώα, αχυρώνα, αλώνι, πατητήρι για τα σταφύλια κ.α. Δίπλα σαν μία ενιαία προέκταση του σπιτιού υπήρχε πάντα χτισμένη η οικογενειακή εκκλησία, που την χρησιμοποιούσαν σαν οστεοφυλάκιο.

Τα παράθυρα είναι πιο μικρά στην βορινή πλευρά του νησιού και μεγαλύτερα από τη νότια. Αυτό συμβαίνει λόγω τον βόρειων δυνατών ανέμων που υπάρχουν στο νησί, δηλαδή τα μελτέμια. Τα πατζούρια και οι πόρτες ήταν αποσπώμενες, για να ρυθμίζουν πόσο ήλιος θα έμπαινε μέσα στο σπίτι τους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού.

Οι ταράτσες των σπιτιών είναι καμπυλωτές στη άκρη τους ολόγυρα, για να σπάνε, να μαλακώνουν τον αέρα, όπως και οι πεζούλες στους δρόμους, ενώ τις ταράτσες τις χρησιμοποιούσαν για να συλλέγουν το νερό αφού κατέληγε σε στέρνα. Τα πηγάδια ήταν αναγκαία για το νοικοκυριό και βρισκόταν πάντα πολύ κοντά στο σπίτι.

Οι κλιματολογικές συνθήκες είναι διαφορετικές από αλλά μέρη της Ελλάδας. Γι’ αυτό και δεν υπήρχε η ανάγκη για στέγη και κεραμίδια. Η έλλειψη συχνής βροχής ή άλλων ακραίων φαινομένων π.χ. χιονιών δεν απαιτούσε κάτι αντίστοιχο. Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν ήταν ξερολιθιές ,πέτρα νερό ,χώμα κ.α. Οι Μυκονιάτες έφτιαχναν αναβαθμούς και με αυτό τον τρόπο ξεχώριζαν και το κτήμα τους από των υπολοίπων κατοίκων.

Παλαιότερα στα χωριά οι οικισμοί που κατασκευάζονταν στον βράχο χρησιμοποιούσαν την πέτρα της περιοχής για να χτίσουν. Η πέτρα είναι στο ίδιο χρώμα κι έτσι λοιπόν από μακριά το σπίτι δεν ξεχώριζε καθόλου από το φυσικό τοπίο και πολλές φορές αυτό λειτουργούσε και σαν προστασία από εισβολείς.

Αργότερα και για λόγους απολύμανσης και υγιεινής οι ντόπιοι ασβέστωναν τον σπίτι τους δύο αλλά και τρεις φορές τον χρόνο. Ακόμα και τώρα συνδυάζουν το λευκό με την πέτρα.

Δεν υπήρχε τίποτα πιο αρμονικά φτιαγμένο από την Μυκονιάτικη κατασκευή, αφού οι ντόπιοι γνώριζαν τι ακριβώς να κάνουν για να κτίσουν με τα χέρια τους το κάθε δωμάτιο, χωρίς να χρησιμοποιούν χαρτί ή μολύβι, αλλά απλά σχεδίαζαν στο χώμα με ένα ξύλο τον κάθε χώρο του μελλοντικού τους σπιτιού. Τα περισσότερα ήταν αυτόνομα διώροφα σπίτια που ενώνονταν με εξωτερική σκάλα. Στον εσωτερικό χώρο το ταβάνι το διακοσμούσε ξύλο, όπως και υπόλοιπα έπιπλα ήταν όλα φτιαγμένα με το ίδιο υλικό.

Το κάθε σπίτι ήταν σκαλισμένο περίτεχνα στο εξωτερικό τους και πολλές φορές μπορούσε κάποιος να καταλάβει το επάγγελμα του νοικοκύρη του σπιτιού. Είναι σημαντικό ότι αργότερα οι ναυτικοί έβαφαν τις πόρτες και τα παραθυρόφυλλα με μπλε χρώμα, οι γεωργοί με πράσινο και οι υπόλοιποι με κόκκινο. Αυτά τα χρώματα κυριαρχούν στο νησί ακόμα και σήμερα.

Οι εύποροι πολίτες του νησιού ζούσαν στην περιοχή Αλεφκάντρα κοντά στην μικρή Βενετία και ήταν τα πιο εντυπωσιακά κτίρια. Εκεί στο ισόγειο φημολογείται ότι οι πλούσιοι καπεταναίοι έκρυβαν το βιός τους. Η Μύκονος είναι άλλο ένα παράδειγμα μιας κοινότητας που σεβόταν και ακολουθούσε το φυσικό περιβάλλον, τα στοιχεία της φύσης και χρησιμοποιούσε όλα τα υλικά που η γη της πρόσφερε αξιοποιώντας τα με τον καταλληλότερο τρόπο.

Η σημασία των ανεμόμυλων

Οι ανεμόμυλοι ήταν αναγκαίοι για την επεξεργασία του σίτου και άλλων δημητριακών, καθώς εξασφάλιζαν την τροφοδοσία των κατοίκων της περιοχής αλλά και τον ανεφοδιασμό των καραβιών με αγαθά που φιλοξενούνταν στα λιμάνια.

Η άντληση του νερού που ήταν αναγκαία στην καθημερινότητα των κατοίκων γινόταν από τους ανεμόμυλους, έτσι ώστε να είναι αρκετό και για το πότισμα των κτημάτων τους. Οι ανεμόμυλοι ήταν κατασκευασμένοι στο ύψωμα των νησιών ή και σε άλλες περιοχές, σε σημεία που ο άνεμος ήταν ισχυρός αλλά ταυτόχρονα σε μέρος που οι πειρατές δεν θα μπορούσαν εύκολα να τους ληστέψουν .

Υπήρχαν παρά πολλοί ανεμόμυλοι σε όλα τα Κυκλαδίτικα νησιά. Στην Σαντορίνη έφταναν σε αριθμό τους εβδομήντα ενώ στην Μύκονο, στο νησί του Αιόλου, ήταν πάνω από είκοσι. Η κατασκευή της οροφής ήταν και το πιο δύσκολο κομμάτι, αφού ο τεχνίτης έπρεπε να έχει την απαιτουμένη εμπειρία στην τέχνη του.

Η κατασκευή των ανεμόμυλων εξαρτιόταν από τα υλικά που υπήρχαν στον τόπο κατασκευής τους, όπου αποτελούσαν και το βασικό πρόβλημα. Για παράδειγμα η πέτρα ήταν μόνο ένα από αυτά. Ένας ανεμόμυλος είχε συνήθως δύο ορόφους. Στο κάτω μέρος υπήρχαν τα μηχανήματα, ενώ στο πάνω μέρος ο άξονας της κίνησης που κατασκευαζόταν από ξύλο, το οποίο έπρεπε να ήταν πολύ ανθεκτικό όπως για παράδειγμα η οξιά. Σε άλλες περιοχές εμφανίζεται ο ανεμόμυλος με στρογγυλή οροφή.

Σε πολλές περιπτώσεις, συναντάμε τριώροφους ανεμόμυλους όπως στην Μύκονο. Η φόρμα τους είναι κυλινδρική με μικρά παράθυρα και η οροφή τους κωνική. Τα πτερύγιά τους ήταν πάνινα και φτιαγμένα από βαμβάκι. Η ταχύτητα της περιστροφής τους εξαρτιόταν από το πλάτος και το μέγεθος των πανιών. Η είσοδος ήταν σχετικά μικρή, αλλά μέσα υπήρχε πολύς χώρος, ώστε να μπορεί κάποιος να εργαστεί με άνεση. Το χρώμα ήταν πάντα λευκό και το υλικό ασβέστης.

Σε όλες τις περιοχές της χώρας υπεύθυνος για την κατασκευή ενός ανεμόμυλου ήταν πάντα ο τεχνίτης. Έπρεπε να τον κατασκευάσει έτσι ώστε να ταιριάζει τα τεχνικά χαρακτηρίστηκα, με τα υλικά την παράδοση και το κλίμα κάθε τόπου. Οι τεχνίτες με τον μυλωνά έχτιζαν τον ανεμόμυλο και μετά αναλάμβαναν οι μυλομαραγκοί.

Το ξύλο που χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή της οροφής ήταν πάντα άριστης ποιότητας αλλά και πάρα πολύ δαπανηρό για την μεταφορά του. Σε πάρα πολλά νησιά όπως στην Λήμνο η παραγγελία των ξύλων για την κατασκευή του ανεμόμυλου γινόταν από το Άγιο Όρος. Η μεταφορά δεν ήταν κάτι εύκολο, γιατί οι πειρατές μπορούσαν να κλέψουν το εμπόρευμα αλλά πάντα υπήρχε και η πιθανότητα, αν το καράβι είχε να αντιμετωπίσει κακοκαιρία, η ξυλεία να πεταχτεί στην θάλασσα.

Όταν οι κάτοικοι ήθελαν να επισκεφτούν τον ανεμόμυλο για να αλέσουν, κοιτούσαν από μακριά αν έχει αφήσει ο μυλωνάς κάπου ευδιάκριτα ένα κομμάτι πανιού, που σήμαινε ότι ο ανεμόμυλος ήταν διαθέσιμος.

Όταν το άλεσμα τελείωνε, υπήρχε το πηδάλιο με το οποίο ο μυλωνάς μαζί με τον βοηθό του σταματούσαν τον ανεμόβροχο, τραβώντας με αντίθετη κατεύθυνση για να βγάλουν τον αέρα από τα πανιά και να σταματήσει το άλεσμα.

Μπορεί οι παραδοσιακοί ανεμόμυλοι να σταμάτησαν να λειτουργούν αφού την θέση τους πήραν πιο εξελιγμένοι τρόποι επεξεργασίας, αλλά είναι η βάση για την εξέλιξη στην παραγωγή αιολικής που προστατεύει το οικοσύστημα.

Το κίνημα του Νεοκλασικισμού

Ο Νεοκλασικισμός έκανε ως κίνημα την εμφάνισή του στα τέλη του 18ου αιώνα και αρχές 19ου αιώνα στην Ευρώπη. Η τάση της εποχής είχε την ανάγκη να επιστρέψει η κλασσική φόρμα στην αρχιτεκτονική, αλλά και αργότερα σε πολλές μορφές τέχνης, όπως η ζωγραφική, η γλυπτική κ.α.

Η Νεοκλασική τέχνη βασίζεται στις αρχές της Ελληνικής κουλτούρας που επιδιώκει την συμμετρία την ηρεμία και προσδίδει την ομορφιά δηλαδή το κάλλος σε κάθε της έκφανση, όπως σε κατασκευές και υπαίθριους χώρους, δείχνοντας τον σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον. Αξιοποιεί το φώς και αναζητά ένα ανώτερο, πιο φιλοσοφικό επίπεδο, εκφρασμένο μέσα από την τέχνη.

Οι γεωμετρικές φόρμες έρχονται ξανά στο προσκήνιο, ενώ η απλότητα όπως και η αρμονία στη κατασκευή αποτυπώνονται και εκτιμώνται ακόμα περισσότερο στις Ευρωπαϊκές χώρες. Η ανανέωση μέσω της Νεοκλασικής τέχνης έρχεται με την συμμετοχή των καινούργιων τάσεων της εποχής, που κουβαλάει το μπαρόκ αλλά και το ροκοκό και την επηρεάζει αισθητά.

Η ανάγκη των Ελλήνων να έρθουν πιο κοντά στην κλασσική τέχνη που είναι ήδη ένα μεγάλο κομμάτι της αρχαίας κλασσικής αρχιτεκτονικής, άρα και δικό τους στοιχείο, επιτυγχάνεται χωρίς μεγάλη προσπάθεια. Η λαχτάρα τους είναι έκδηλη και η δίψα τους για την κλασική τέχνη πήρε σύντομα μορφή.

Μαζί με άλλους αρχιτέκτονες όπως ο Τσίλερ κατασκευάζουν κτίρια που ακόμα και σήμερα προκαλούν τον θαυμασμό για την άρτια απόδοση του Νεοκλασικισμού σε πολλά αθηναϊκά κτίρια. Μερικά από αυτά είναι το Προεδρικό Μεγαρο, η Ακαδημία Αθηνών, το Δημαρχείο στην Ερμούπολη στη Σύρο, το Μέγαρο Ανδρέα Συγγρού, το Μέγαρο Σταθάτου, όπως και το Εθνικό Θέατρο.

Πάρα πολλοί Ευρωπαίοι αρχιτέκτονες άφησαν επίσης το αποτύπωμά τους σε πολλά Νεοκλασικά κτίρια στη χώρα σε διάφορες περιοχές, αλλά και εκτός συνόρων. Οι Έλληνες αρχιτέκτονες μεγαλούργησαν και εκείνοι με την σειρά τους στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Ο Σταμάτης Κλεάνθης ήταν εκείνος που κατασκεύασε στο Λονδίνο το Crystal Palace, κερδίζοντας το πρώτο βραβείο και δίνοντας έτσι πνοή στην Ελληνική Νεοκλασική τέχνη, φέρνοντας πιο κοντά τις χώρες του Νότου στην ευρωπαϊκή ελίτ. Έργα του στην Αθήνα είναι το Πανεπιστήμιο Αθηνών που λειτουργούσε τότε στην Πλάκα, ο Γοτθικός Ναός στην Φιλελλήνων, ο Πύργος της Δουκίσσης Πλακεντίας στην Πεντέλη κ.α

Ο Λύσανδρος Καυτατζόγλου ήταν επίσης υπέρμαχος του νεοκλασικισμού και το αποδεικνύει αφήνοντας έργα του όπως το κτίριο του Πολυτεχνείου, το Αρσάκειο, ο Ναός της Αγίας Ειρήνης στην Αιόλου, ο Ναός του Αγ. Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, το Οφθαλμιατρείο Αθηνών κ.α.

Η προσπάθεια αναβίωσης της κλασικής τέχνης με πιο μοντέρνα για την εποχή μοτίβα και προσθήκες είχε πετύχει. Τα αστικά σπίτια όπως του Ίωνα Δραγούμη αλλά και άλλων μεγάλων προσωπικοτήτων επηρεάστηκαν από το κίνημα του Νεοκλασικισμού, με αποτέλεσμα να συνεχίζουν την κατασκευή με απόλυτη ακρίβεια προσδίδοντας τον αέρα της αρχαίας φόρμας, την συμμετρία και την αρμονία που ταίριαξε απόλυτα με το φυσικό περιβάλλον την εποχή εκείνη.

Η Αθήνα είχε μια άλλη εικόνα πια. Η χώρα έδινε την υπόσχεση της συνέχειας μιας κληρονομιάς που ζωντάνεψε ξανά μέσα από την φλόγα των προγόνων της. Τα Νεοκλασικά κτίρια πλήθαιναν και η πόλη είχε αποκτήσει την ομορφιά και την λάμψη που άρμοζε στην ιστορία της, μέχρι την εποχή του μεσοπολέμου.

Τα μυστικά της Βυζαντινής αρχιτεκτονική

Η Βυζαντινή αρχιτεκτονική άφησε τα σημάδια της ανεξίτηλα μέχρι και σήμερα κυρίως σε ναούς, ενώ σημάδεψε τον Μεσαιωνικό κόσμο. Αρχίζοντας από την περίοδο της αυτοκρατορίας του Μέγα Κωνσταντίνου, η Βυζαντινή Αρχιτεκτονική παίρνει στοιχεία από την Ελληνορωμαϊκή εποχή. Τα υλικά που χρησιμοποίησαν και η τεχνοτροπία πρόσδιδαν την μεγαλοπρέπεια και την λάμψη μιας καινούργιας εποχής, που αντικατόπτριζε την κοινωνική αλλαγή που γινόταν το διάστημα εκείνο.

Οι νέες προσθήκες δομικών τμημάτων που προστίθενται στα κτίσματα, δηλαδή στους ναούς τους χριστιανικούς, είναι και εκείνα που θα δώσουν την τελική φόρμα και θα χαρακτηρίζουν την αρχιτεκτονική των ναών στους επόμενους αιώνες.

Η προσφορά της Βυζαντινής αρχιτεκτονικής στον Μεσαιωνικό κόσμο είναι τεράστια. Πόλεις στην Μικρά Ασία όπως στην Έφεσο και την Φρυγία αλλά και στην Κωνσταντινούπολη εμφανίζονται πολλά οικοδομήματα που όλο και πληθαίνουν, ενώ η τελευταία γίνεται παράλληλα η μητρόπολη του Βυζαντίου.

Στην έκταση που περιλαμβάνεται η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είναι και η Ρώμη, η Αντιόχεια και η Αλεξάνδρεια, όπου συναντούμε τα Βυζαντινά στοιχεία σε ναούς αλλά και σε κτίσματα αυτοκρατορικά, στο μέτρο που χρειάζεται ανάλογα με την χρήση τους.
Μερικά παραδείγματα Βυζαντινής Αρχιτεκτονικής είναι η εκκλησία Σκρίπους στον Ορχομενό, η εκκλησία της Καταπολιανής στην Πάρο, η Βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου στην Ραβένα, ο ναός Αχειροποιήτου στην Θεσσαλονίκη και τέλος ένα από τα μεγαλύτερα αρχιτεκτονικά έργα είναι η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη που προστατεύεται από την UNESCO ως ένα από τα αριστουργηματικά αρχιτεκτονικά θαύματα της εποχής εκείνης.

Ο αρχιτεκτονικός τύπος που κυριαρχούσε είναι η Βασιλική, όπου η χρήση της ήταν κυρίως για δημόσιες συγκεντρώσεις. Η αίθουσα ήταν ορθογώνια και μακρόστενη, χωρισμένη με κίονες σε πέντε ή λιγότερα μέρη, ενώ στην μέση ο χώρος ήταν πιο ευρύχωρος έχοντας το μεγαλύτερο ύψος. Το ιερό χωρίζεται από τον τα υπόλοιπα τμήματα με κιγκλιδώματα, ενώ το κέντρο του ναού έχει το περισσότερο φως.

Οι θόλοι ήταν μεγαλοπρεπείς, στο κέντρο ο ουρανός ήταν το υψηλότερο σημείο κατασκευασμένος επίσης σαν θόλος ή σε κάποιες περιπτώσεις όπως στην Βασιλική του Αγ. Απολιναρίου στην Ραβένα η στέγη είχε μια ελαφριά καμπύλη. Υπήρχε πάντα ένα τμήμα διαχωρισμένο για τους προύχοντες της εποχής, ενώ ο λαϊκός κόσμος μπορούσε να μετακινείται στο κέντρο αλλά και στα πλαϊνά τμήματά του. Ανατολικά υπήρχε ο επισκοπικός θρόνος.

Οι μικρές εκκλησίες αρχιτεκτονικά ήταν του ίδιου ρυθμού και τις χρησιμοποιούσαν ως μαυσωλεία ή για την μνημόνευση των μαρτυρίων των αγίων. Τα κτίσματα αυτά είχαν τρούλο και ήταν κυκλικά, ενώ στηρίζονταν σε κολώνες που σχημάτιζαν τετράγωνο και συνέδεαν άλλους χώρους.

Το μάρμαρο ήταν ένα από τα κύρια υλικά που χρησιμοποιούσαν, αφού έδινε την αίσθηση της αρμονίας της γαλήνης αλλά και της μεγαλοπρέπειας στον χώρο. Οι τοιχογραφίες ως διακοσμητικά στοιχεία από μεγάλους ζωγράφους στολίζουν τους ναούς που εμπνέονται από την Βυζαντινή εποχή. Έτσι απλώνουν το ταλέντο τους και την δημιουργικότητά τους στους περισσότερους ναούς, αναλαμβάνοντας μεγάλα έργα.
Υπήρχαν ψηφιδωτά που διακοσμούσαν τον εσωτερικό χώρο, ενώ τονίζονταν με χρυσό υλικό οι λεπτομέρειες στον διάκοσμο. Έτσι λοιπόν ανακαλύπτουν καινούργιες τεχνοτροπίες, που είναι η βάση για την εξέλιξη στην ζωγραφική και στην τέχνη μετέπειτα.

Η άνθιση στη Βυζαντινή αρχιτεκτονική παύει με την κατάκτηση των επαρχιών και το κλείσιμο των περασμάτων στην θάλασσα από τους Άραβες.