Ξεπούλημα ή επενδύσεις; |
|
|
|
| Συντάχθηκε απο τον/την Χάρης Αργυρόπουλος | |||
| Κυριακή, 25 Ιούνιος 2006 02:31 | |||
|
Παραθέτουμε ορισμένες σκέψεις προσπαθώντας να εκφράσουμε την συσσωμη άποψη του Δ.Σ. του συλλόγου μας απέναντι σε αναχρονιστικές, λαικίστικες, τοπικιστικές νοοτροπίες και προκαταλήψεις, που συνήθως εκφράζονται με τη φράση „ξεπουλάμε“. Ας αρχίσουμε καταρχήν από την συναισθηματική αποφόρτιση των εκφράσεών μας: «Ξεπούλημα της κρητικής γης…..». Δεν πρόκειται παρα για πώληση γης για κάποιον επενδυτικό σκοπό «στους ξένους….», δηλαδή σε πολίτες της ευρωπαϊκής ένωσης σαν εμάς…., που έχουν/έχουμε τα ίδια δικαιώματα σε όλες τις χώρες μέλη. Η πώληση γής (ή για μερικούς το „ξεπούλημα“) είναι μια οικονομική πράξη που εκτελείται όταν υπάρχει συμφέρον και από τις δύο πλευρές. Δεν χρειάζεται να μείνουμε παραπάνω, όποιος θέλει πουλάει και εφ’ όσον η τιμή είναι συμφέρουσα. Μπορεί να βάλει κάποιος περιορισμό στον τρόπο διάθεσης της περιουσίας κάποιου? Δύο απόψεις που ακούμε συχνά: -Δεν πουλάμε πουθενά. Δεν χρειαζόμαστε ξένους (έλληνες ή αλλοδαπούς). Δεν χρειαζόμαστε τουρισμό, δεν χρειαζόμαστε επισκέπτες, δεν χρειαζόμαστε επενδυτές. -Όχι, χρειαζόμαστε τουρισμό και επισκέπτες γιατί δουλεύει η οικονομία, αλλά οι επιχειρήσεις να είναι σε κρητικά χέρια. Άρα ναι στις αγοραπωλησίες γης αλλά μεταξύ Κρητών. Εμποδίζει κανείς τους κρητικούς επιχειρηματίες να δράσουν ελεύθερα; Αντίθετα στο «ξεπούλημα» αυτοί πρωτοστατούν. Άρα δεν είναι θέμα Κρητών ή μη, είναι θέμα σκοπού. -Να πουλάμε μόνον για «παραγωγικές» επενδύσεις. Μα να παράγουμε τι; Τι θα μπορούσε να παραχθεί ανταγωνιστικά προς τα ευρωπαϊκά, κινέζικα, ταιβανέζικα προϊόντα; Ποιο είναι το ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα; Αν το ξέραμε και κυρίως αν το μπορούσαμε θα είχαμε κιόλας παράγει. Μήπως όμως έτσι δεν επανερχόμαστε στην λογική της υποβάθμισης του τομέα των υπηρεσιών; Τι μας μάρανε και το εμπορικό μας ισοζύγιο διαρκώς χειροτερεύει; Μας λείπουν τα κεφάλαια; τα φθηνά εργατικά χέρια; η τεχνογνωσία; οι ιδέες; Οι επιδοτήσεις; Ή μήπως φταίει……..το κακό το ριζικό μας… που λέει και ο ποιητής. Μήπως τελικά θα πρέπει να δούμε πως η δική μας βαριά βιομηχανία λέγεται ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ;. Όσο πιο γρήγορα το συνειδητοποιήσουμε, και βγάλουμε και τα συνεπαγόμενα συμπεράσματα, τόσο προς συμφέρον του τόπου είναι για να πάρουμε τις σωστές αποφάσεις. Γιατί δεν είναι να λέμε μόνον ωραία και βαριά λόγια «βαριά βιομηχανία» που δημιουργεί θέσεις απασχόλησης και συμβάλλει ποικιλοτρόπως στην εθνική οικονομία. Πρέπει να την στηρίζουμε συνειδητά αυτή την βαριά βιομηχανία. Τόσο το επιχειρηματοκτόνο κράτος που από τη μια κόπτεται για την ανάπτυξη, αλλά από την άλλη έχει στήσει πόλεμο με τους επιχειρηματίες. όσο και ο «φτωχός λαός» όμως που έστησε πόλεμο με τους «μεγαλοκαρχαρίες επιχειρηματίες» κλπ. Το ερώτημα επανέρχεται. Τις μονάδες της βαριάς βιομηχανίας ή της «βαριάς βιομηχανίας» ποιος τις κατείχε και ποιος περιμένουμε να τις κατέχει? Το κράτος; εταιρείες λαϊκής βάσης; Συνεταιρισμοί; Οι λίγες φωτεινές εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν δυστυχώς τον κανόνα της γενικής αποτυχίας αυτών των μοντέλων. Ο ιδιώτης επιχειρηματίας είναι ο φορέας της επιχειρηματικότητας και της ανάπτυξης σε αυτήν την ιστορική φάση. Είτε μας αρέσει είτε όχι. Που δεν πρέπει να είναι ασύδοτος. Σωστά! Είναι λοιπόν μια απαραίτητη συνιστώσα της ανάπτυξης μαζί με τις άλλες : δυο το κράτος και το κοινωνικό σύνολο. Που πρέπει να λειτουργήσουν με αλληλοσεβασμό και αλληλοϋποστήριξη. Που πρέπει να φροντίσουν για την διατήρηση των πρώτων υλών της βιομηχανίας τους (περιβάλλον) που πρέπει για να είναι ανταγωνιστικοί να παράγουν ποιοτικά προιόντα. Που πρέπει να υποστηριχθούν από την κοινωνία αυτοί και οι πελάτες τους, αλλά και αυτοί να φροντίσουν για την υπόλοιπη κοινωνία (απασχόληση τοπικού δυναμικού, εκπαίδευσή του, κατανάλωση τοπικών προϊόντων, προβολή των εθίμων, προστασία του περιβάλλοντος, πληρωμή τοπικών και γενικών φόρων κλπ κλπ). κλπ Συμφωνούμε λοιπόν για τον τουρισμό και τις τουριστικές χρήσεις της γης. Με προγραμματισμό, με πλαίσιο λειτουργίας, με έλεγχο, με ποιότητα, με σεβασμό στο περιβάλλον. «Το τουριστικό προϊόν» όμως αλλάζει μορφές. Κάποια περίοδο υπήρχαν διαμαρτυρίες για τους επισκέπτες (κυρίως νέους) που έκαναν ελεύθερο κάμπινγκ. Πέρα από τα διάφορα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν, η ουσία ήταν ότι θέλαμε τουρισμό υψηλότερων εισοδημάτων για να χρηματοδοτήσουν τις μεγάλες (ή μικρότερες) τουριστικές μονάδες. Σήμερα, έχουμε μια άλλη μορφή που είναι οι πιο μόνιμοι επισκέπτες, αλλά με πολύ μεγαλύτερη οικονομική επένδυση και διαχρονικό όφελος για την ελληνική οικονομία. Αυτό που φανταζόμαστε ότι ενοχλεί, είναι η ανεξέλεγκτη διασπορά της δόμησης εκτός σχεδίου που αλλοιώνει το τοπίο. Αυτό όμως είναι πρόβλημα της ελληνικής νομοθεσίας, είτε για τους αλλοδαπούς είτε για τους έλληνες. Συμφωνούμε ότι για την προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να ληφθούν πιο αυστηρά μέτρα, όπως Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ) που να απαγορεύουν την δόμηση σε περιοχές με οικολογικό ενδιαφέρον, μεγαλύτερη αρτιότητα για την δόμηση εκτός σχεδίου (π.χ. από 4 στρ. σε 6 στρ.), επεκτάσεις των Σχεδίων Πόλης ώστε να απορροφήσουν την ζήτηση σε οργανωμένους χώρους, χαμηλή δόμηση για την μη αλλοίωση του περιβάλλοντος, πάταξη της αυθαίρετης δόμησης, αρχιτεκτονικούς περιορισμούς για την διατήρηση του αρχιτεκτονικού ύφους κλπ κλπ. Αυτά τα μέτρα όμως που θεωρούμε επιβεβλημένα, θα τα επικροτήσουν τα ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού που κερδίζουν από την υπερκετάλλευση της γης? Η εμπειρία μας είναι ότι τέτοια μέτρα θεωρούνται αντιλαϊκά και υπάρχει ισχυρή πίεση για τον περιορισμό τους (όπου υπάρχουν) και όχι για την επέκτασή τους. Γιατί όμως οι υποστηρικτές της άποψης του „ξεπουλήματος“ δεν υποστηρίζουν τέτοια μέτρα που φέρνουν οργάνωση και τάξη, μα καταφεύγουν στον εύκολο λαϊκισμό; ....... Πρόβλημα σίγουρα είναι η ενοικίαση των κατοικιών απο αλλοδαπούς αγοραστές σε συντοπίτες τους, με αποτέλεσμα μια «μαύρη» οικονομική δραστηριότητα, αφορολόγητη που στερεί πελάτες από τις νόμιμα λειτουργούσες επιχειρήσεις ενοικιαζομένων κατοικιών ή ξενοδοχείων. Πρόβλημα, που εδώ και χρόνια υπάρχει και με Ελληνες ιδιοκτήτες. Ναι, το αναγνωρίζουμε και πρέπει να ληφθούν μέτρα για την φοροδιαφυγή και την παράνομη αυτή δραστηριότητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει, πως θα πρέπει να καταδικάσουμε την πλειοψηφία των αλλοδαπών αγοραστών, που έρχονται με σκοπό να υλοποιήσουν ένα όνειρο αποδεχόμενοι ως επι το πλείστον, πως έχουμε να τους προσφέρουμε στοιχεία πολιτισμού, που τους εντυπωσιάζουν τόσο, ωστε να τα ενστερνίζονται και να αποτελούν γι αυτούς επιλογή ζωής σ’ ένα περιβάλλον, που καλά θα κάναμε να το διατηρήσουμε πιό ανθρώπινο. Μήπως τα εύκολα και λαϊκίστικα συνθήματα κρύβουν βαθειά ριζωμένες προκαταλήψεις, ξενοφοβίες, σωβινισμούς, μικροσυμφέροντα και γενικά είναι ένα μεγαααάλοοο….κάλυμα κεντημένο με πολύ τοπικισμό, που καλύπτει πολλές, ετερόκλητες και αντικρουόμενες απόψεις ; Μήπως μοιάζει με την αντίστοιχη και εξίσου λανθασμένη κραυγή προ τριακονταετίας «να μην καταντήσουμε γκαρσόνια των ευρωπαίων..» που μυωπικά, δαιμονοποιούσε, αφόριζε και υποβάθμιζε την τουριστική ανάπτυξη και συνακόλουθα όλα τα επαγγέλματα του τομέα και γενικότερα όμως τον «παρασιτικό» τομέα των υπηρεσιών βάζοντάς τον σε αντιπαράθεση με την «παραγωγή» και την «βαριά βιομηχανία…»; Αυτές οι αντιλήψεις βοήθησαν, ώστε ο τομέας του τουρισμού να έχει τα χάλια του, ενώ θα μπορούσε να έχει μια άλλη εικόνα σήμερα στη χώρα μας.
|